Η ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ

 

 

Επιστήμονες από διάφορους κλάδους έχουν προσπαθήσει να αποσαφηνίσουν το φαινόμενο της διγλωσσίας και να αποδώσουν ακριβείς όρους, χωρίς όμως να το καταφέρουν. Αυτό συμβαίνει γιατί η κάθε επιστήμη ερευνά το φαινόμενο υπό διαφορετικό πρίσμα. Εμείς θα ασχοληθούμε με την «ατομική διγλωσσία». Οι Hamers και Blanc (1989: 6) ορίζουν την ατομική διγλωσσία ως «την ψυχολογική κατάσταση ενός ατόμου που έχει πρόσβαση σε περισσότερους από έναν γλωσσικούς κώδικες ως μέσων κοινωνικής επικοινωνίας». Με λίγα λόγια, την ικανότητα ενός ατόμου να χειρίζεται δύο γλώσσες ως μέσο επικοινωνίας με το κοινωνικό περιβάλλον.

 

Αρνητικά, ουδέτερα και θετικά αποτελέσματα ερευνών για τη διγλωσσία:

 

Αρνητικά: Στις πρώτες έρευνες για τη διγλωσσία και τη νοημοσύνη η σύγκριση δίγλωσσων και μονόγλωσσων σε (κυρίως προφορικά) τεστ έδειχνε χαμηλότερο ποσοστό επιτυχίας των δίγλωσσων (Cummins, 2005: 129). Στο παρελθόν η διγλωσσία έχει «κατηγορηθεί» για επιβάρυνση του εγκεφάλου, διανοητική σύγχυση, παρεμπόδιση της ανάπτυξης της μητρικής γλώσσας, διχασμό της προσωπικότητας (Baker, 2001: 200) και μερικές φορές για αύξηση των συναισθηματικών συγκρούσεων των δίγλωσσων παιδιών σε σχέση με τα μονόγλωσσα. Ωστόσο οι έρευνες σε Ευρώπη και Αμερική που κατέληγαν σε ανάλογα συμπεράσματα αφορούσαν συνήθως παιδιά που εγκατέλειπαν τη μητρική τους γλώσσα (άρα δεν είχαν διγλωσσική ανάπτυξη).

 

Ουδέτερα:  Υπήρξαν έρευνες (αν και ολιγάριθμες) που δεν διέκριναν καμία σχέση μεταξύ διγλωσσίας και δείκτη νοημοσύνης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξει αναγκαιότητα ελέγχου για τους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες που θα συνέδεαν τη διγλωσσία με τον δείκτη. Μ’ αυτόν τον τρόπο δόθηκε η ευκαιρία σε δίγλωσσες οικογένειες να στηρίξουν τη διγλωσσία των παιδιών τους (Baker, 2001: 206). Τέτοια είναι η θέση του Edwards (2006: 17) ο οποίος θεωρεί πως η διγλωσσία δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε βελτίωση των γνωστικών και νοητικών ικανοτήτων, μπορούν όμως αυτές να διευρυνθούν μέσω της διγλωσσίας, π.χ. με τον ίδιο τρόπο που μορφώνεται κανείς διαβάζοντας καλή λογοτεχνία.

 

Θετικά: Οι Lambert και Peal (1962: 152) περιγράφουν τα δίγλωσσα παιδιά (στο Μόντρεαλ όπου είχε γίνει η έρευνα) ως νεαρούς «των οποίων οι εμπειρίες σε δύο πολιτισμούς τους έχουν δώσει τα πλεονεκτήματα που ένα μονόγλωσσο άτομο δεν απολαμβάνει. Διανοητικά, η εμπειρία με δύο γλωσσικά συστήματα φαίνεται να τους έχει προσφέρει νοητική ευελιξία, υπεροχή στο σχηματισμό εννοιών και μια διαφοροποιημένη σειρά νοητικές ικανότητες». Το δείγμα αποτελούταν μία ομάδα παιδιών αμφιδύναμα δίγλωσσων (γνώριζαν καλά και τις δύο γλώσσες τους, σύμφωνα με τους ερευνητές) και μία ομάδα μονόγλωσσων. Και οι δύο ανήκαν στην ίδια κοινωνικο-οικονομική τάξη. Μ’ αυτόν τον τρόπο έγινε προσπάθεια να αποκλειστούν άλλοι παράγοντες, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη νοημοσύνη των παιδιών.

 

 

·       Σκέψη: Τα δίγλωσσα άτομα μπορεί να κατέχουν μεγαλύτερη ποικιλία λέξεων για κάθε αντικείμενο ή ιδέα σε σχέση με τα μονόγλωσσα. Έτσι τα δίγλωσσα άτομα θεωρείται ότι αποκτούν υψηλότερο βαθμό δημιουργικής σκέψης: όταν τίθεται ένα ανοιχτό ερώτημα που αφορά. Τα άτομα με δημιουργική σκέψη δίνουν περισσότερες, πιο πρωτότυπες ή πιο πολύπλοκες απαντήσεις.

 

·       Επικοινωνία: Η διγλωσσία επιτρέπει την επικοινωνία με περισσότερους ανθρώπους (Τσοκαλίδου, 2008α : 193), μεταξύ των οποίων οι γονείς των δίγλωσσων και άλλοι συγγενείς, βοηθώντας στη βελτίωση της σχέσης μεταξύ τους, αλλά και στη μετάδοση της πολιτισμικής τους κληρονομιάς. Επίσης μέσω της διγλωσσίας υποβοηθάται η διαπολιτισμική συνεργασία σε ατομικό και θεσμικό επίπεδο, καθώς τα δίγλωσσα άτομα επικοινωνούν με άλλα δίγλωσσα ή μονόγλωσσα εντός και εκτός των συνόρων της χώρας τους. Τα δίγλωσσα άτομα έχουν πρόσβαση και σε κάθε είδος γραπτής επικοινωνίας, όπως είναι η λογοτεχνία, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση των πολιτισμικών τους οριζόντων (Baker, 2010: 57-58).

 

·       Πολιτισμός: Όταν ένα παιδί έρχεται σε επαφή με πολλές γλώσσες καταλαβαίνει τις κουλτούρες τους και μαθαίνει να βλέπει τον κόσμο με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ένα δίγλωσσο άτομο που έχει διευρύνει με τον παραπάνω τρόπο τον πολιτισμικό του ορίζοντα, είναι πιθανότερο να δείχνει μεγαλύτερη ανεκτικότητα στη διαφορετικότητα των γλωσσών και των πολιτισμών άλλων λαών, ακόμη κι αν δεν τους γνωρίζει καλά.

 

·       Προσωπικότητα: Η έρευνα των Portes και Hao (2002: 902) στις Η.Π.Α. (Καλιφόρνια και Φλόριντα) με δείγμα μεγαλύτερο των 5.000 εφήβων μεταναστευτικής καταγωγής έδειξε ότι όσοι/ες είχαν αναπτυγμένη προσθετική διγλωσσία χαρακτηρίζονταν από μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση και φιλοδοξία σε σχέση με μονόγλωσσους/ες μεταναστευτικών οικογενειών.

 

·       Σχολικές επιδόσεις: Δίγλωσσα προγράμματα σπουδών που χρησιμοποιούν ως μέσο διδασκαλίας τις δύο γλώσσες θεωρούνται επιτυχημένα όταν καταφέρνουν να αυξήσουν τις επιδόσεις των μαθητών/ριών όχι μόνο στις γλώσσες, αλλά και σε άλλα γνωστικά αντικείμενα. Οι περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι δίγλωσσα άτομα κατακτούν επιπλέον γλώσσες με μεγαλύτερη ευκολία από τα μονόγλωσσα.

 

·       Οικονομικά πλεονεκτήματα:  Ένα άτομο που γνωρίζει πολλές γλώσσες διευρύνει τον ορίζοντα της επαγγελματικής του πορείας και βελτιώνει τη θέση του στον ανταγωνισμό με μονόγλωσσα άτομα, αφού αποκτά θεωρητικά πρόσβαση σε περισσότερα επαγγέλματα, π.χ. στο εμπόριο, στον τουρισμό, στη διδασκαλία, στις μεταφράσεις, στις δημόσιες σχέσεις κ.ά. (Baker, 2010: 60-61).

 

 

Ο ρόλος της οικογένειας.

 

Σύμφωνα με τον Cummins (1976: 22-23) τα παιδιά που γίνονται δίγλωσσα, είτε σε πρώιμο στάδιο της ζωής τους είτε λόγω σχολικής εκπαίδευσης, είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στην προσπάθειά τους να ισορροπήσουν ανάμεσα στις γλώσσες τους. Εάν αυτές οι δυσκολίες δεν αντιμετωπιστούν με επιτυχία τότε τα αποτελέσματα της διγλωσσίας στη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών δε θα είναι θετικά, τουλάχιστον όσο αφορά στη γλώσσα. Όμως η μειωμένη γλωσσική ανάπτυξη είναι σχεδόν αναπόφευκτο να μην επηρεάσει άλλους τομείς της ακαδημαϊκής επιτυχίας των παιδιών-μαθητών.

 

Ο ίδιος (Cummins, 2005: 131) διατύπωσε τη θεωρία του οριακού επιπέδου (threshold hypothesis), σύμφωνα με την οποία τα δίγλωσσα παιδιά θα πρέπει να φτάσουν ένα οριακό επίπεδο (threshold level) επάρκειας των δύο γλωσσών τους προκειμένου να αποφύγουν τα αρνητικά αποτελέσματα, όπου μπορεί να οδηγήσει η διγλωσσία. Για να μπορέσουν όμως να αποκτήσουν τα πλεονεκτήματα της διγλωσσίας, θα πρέπει να ξεπεράσουν αυτό όριο και να κατακτήσουν ένα ανώτερο.

 

Εδώ ακριβώς εισέρχεται ο ρόλος της οικογένειας. Μέσα στην ίδια οικογένεια πολλοί παράγοντες επιδρούν στη διατήρηση και ανάπτυξη μιας γλώσσας και συνεπώς στην ανάπτυξη της διγλωσσίας: οι εργασιακές συνθήκες των γονέων, η σταθερότητα (ή αλλαγή) του τόπου διαμονής, οι σχέσεις της οικογένειας με συγγενείς, η επιρροή συνομηλίκων συγγενών, φίλων και των λοιπών «σημαντικών άλλων», ο χρόνος παραμονής σε μια ξένη χώρα, οι στάσεις και τα κίνητρα των ίδιων των παιδιών (Baker, 2007: 7), οι πιθανές προηγούμενες εμπειρίες σε δίγλωσσες κοινωνίες (για οικογένειες που μετακινούνται) (Pauwels, 2005: 127, Grosjean, 2011β), το κοινωνικό-οικονομικό στάτους της οικογένειας (Worthy, Rodríguez-Galindo, 2006: 582, Portes, Hao, 2002: 898, Pauwels, 2008: 722) και κυρίως η αξία που προσδίδεται στη γλώσσα (Smolicz, Secombe, 1989: 506, Fishman, 1991: 35).

 

Κατόπιν της οικογένειας στη διατήρηση της διγλωσσίας συμβάλλουν ιδιαιτέρως σημαντικά: η εκπαίδευση, η στάση της τοπικής κοινότητας, η γλωσσική της κατάσταση (Baker, 2007: 7), η κοινωνική, οικονομική (Γογωνάς, 2010: 29) και πολιτική θέση της κοινότητας σε σχέση με την κυρίαρχη κοινωνία (η κοινωνία της χώρας που διαμένουν), οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ τους και αριθμός ομιλητών/ριών της γλώσσας στην χώρα.

 

Όταν η γλώσσα του σπιτιού και του σχολείου ενός παιδιού διαφέρουν, αλλά η πρώτη έχει αναπτυχθεί ικανοποιητικά, το παιδί θα μάθει σχετικά γρήγορα τη δεύτερη, γιατί θα έχει τα νοητικά εργαλεία για να το κάνει. Όταν καμία γλώσσα δεν είναι αναπτυγμένη αυτό σημαίνει ότι το παιδί δεν έχει τα εργαλεία για να καταλάβει ή να σκεφτεί ό,τι διδάσκεται στο σχολείο. Πιθανό αυτό να συμβαίνει όταν το παιδί δε δέχεται αρκετή υποστήριξη για τη γλώσσα.

 

 

 

Η ανάπτυξη του γραπτού λόγου:  «Αν και η διγλωσσία μπορεί να αναπτυχθεί και μόνο μέσα από την ομιλία, η διδασκαλία της γραφής και της ανάγνωσης και στις δύο γλώσσες είναι σπουδαίος παράγοντας για τη διατήρηση της μειοψηφούσας γλώσσας. Όταν μια γλώσσα δε γράφεται και δε διαβάζεται επιτελεί λιγότερες λειτουργίες και χρησιμοποιείται σπανιότερα. Έτσι μειώνεται η επάρκεια των ομιλητών/ριών και το κύρος της γλώσσας αυτής» (Baker, 2006: 56). Σύμφωνα με τον Cummins (2000: 22) «αν θέλουμε να αναπτυχθούν ικανοποιητικά η ανάγνωση και η γραφή θα πρέπει να δοθούν πολλές ευκαιρίες για εξάσκηση από μικρή ηλικία».

 

 

Επομένως, η διγλωσσία είναι ένα «προσόν» που θα πρέπει να πασχίζουμε να κατακτήσουν τα παιδιά. Τα οφέλη είναι πολλά και μακροπρόθεσμα, ακόμα και αν αρχικά υπάρξουν πολλές δυσκολίες. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η σωστή και αναπτυγμένη διγλωσσία είναι αυτή που θα χαρίσει στα παιδιά ισχυρές ικανότητες μάθησης σε πολλαπλά επίπεδα. Η χαμηλού και φτωχού επιπέδου διγλωσσία μόνο σύγχυση μπορεί να επιφέρει και στις δυο γλώσσες.

 

 

Πηγές:

 

«Εισαγωγή στη διγλωσσία και στη δίγλωσση εκπαίδευση» Baker C., 2001

«Η εκμάθηση των γλωσσών στο σύγχρονο πολιτισμικό και σύγχρονο περιβάλλον της ελληνικής εκπαίδευσης», Πατσιαρίκα Αρετή, 2014

«Διγλωσσία και γονεϊκή εμπλοκή: στάσεις και πρακτικές των γονέων δίγλωσσων παιδιών», Ελένη Ζαχαριάδου, 2012

«Το παιδί ανάμεσα σε δυο γλώσσες» Κλωντ Αζέζ, 1999

«Τα οφέλη της διγλωσσίας από άποψη λειτουργική, πολιτισμική», Κώστας Ανδριανόπουλος, 2009